Πώς υπολογίζονται οι ημέρες κανονικής αδείας βάσει προϋπηρεσίας;
Οι ημέρες κανονικής αδείας που δικαιούται κάθε εργαζόμενος αυξάνονται σταδιακά με βάση τα έτη προϋπηρεσίας του. Σε σύστημα εργασίας 5 ημερών την εβδομάδα, ο εργαζόμενος δικαιούται 20 εργάσιμες ημέρες αδείας κατά το πρώτο έτος απασχόλησής του (υπολογιζόμενες αναλογικά ανάλογα με τους μήνες εργασίας), 21 ημέρες κατά το δεύτερο έτος, και 22 ημέρες από το τρίτο έτος και μετά. Όταν ο εργαζόμενος συμπληρώσει 10 έτη προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή 12 έτη συνολικής προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, η άδεια αυξάνεται σε 25 ημέρες, ενώ μετά τα 25 έτη προϋπηρεσίας φτάνει τις 26 ημέρες.
Για τους εργαζομένους που απασχολούνται με σύστημα 6 ημερών την εβδομάδα, οι αντίστοιχες ημέρες αδείας είναι αναλογικά περισσότερες, καθώς υπολογίζονται με βάση την εξαήμερη εργασιακή εβδομάδα: 24 ημέρες στο πρώτο έτος, 25 στο δεύτερο, 26 από το τρίτο έτος, 30 ημέρες με 10ετή ή 12ετή προϋπηρεσία, και 32 ημέρες μετά τα 25 έτη.
Πώς υπολογίζεται το Επίδομα Αδείας και ποιο είναι το ανώτατο όριο (πλαφόν);
Το Επίδομα Αδείας υπολογίζεται καταρχήν ως ίσο ποσό με τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις ημέρες αδείας του εργαζομένου, δηλαδή με το ημερομίσθιό του (ή το 1/25 του μηνιαίου μισθού) πολλαπλασιασμένο επί τον αριθμό των δικαιούμενων ημερών αδείας. Ωστόσο, το ποσό αυτό δεν μπορεί να ξεπεράσει ένα ανώτατο όριο (πλαφόν), το οποίο είναι το μισό του μηνιαίου μισθού για τους μισθωτούς ή 13 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο. Αν οι υπολογισμένες αποδοχές αδείας ξεπερνούν το πλαφόν αυτό, το τελικό Επίδομα Αδείας περιορίζεται στο ανώτατο επιτρεπόμενο ποσό.
Από το μεικτό ποσό του Επιδόματος Αδείας αφαιρούνται στη συνέχεια οι ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου προς τον ΕΦΚΑ και ο αναλογούν φόρος εισοδήματος, ώστε να προκύψει το καθαρό ποσό που τελικά εισπράττει ο εργαζόμενος μαζί με τις αποδοχές αδείας του.
Τι ισχύει αν ο εργαζόμενος δεν συμπλήρωσε πλήρες έτος στον εργοδότη;
Αν ο εργαζόμενος δεν έχει συμπληρώσει έναν πλήρη ημερολογιακό χρόνο απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη, δικαιούται τμήμα της ετήσιας αδείας ανάλογο με τον χρόνο που έχει πράγματι εργαστεί, υπολογιζόμενο αναλογικά επί των ημερών που αντιστοιχούν στο πρώτο έτος. Το ίδιο ισχύει και για το Επίδομα Αδείας, το οποίο υπολογίζεται με βάση τις αναλογικές ημέρες αδείας που έχουν πράγματι θεμελιωθεί, και όχι με βάση το πλήρες ετήσιο δικαίωμα. Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας πριν τη λήψη της αδείας, ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει σε χρήμα τις αναλογούσες αποδοχές και το επίδομα αδείας που δεν πρόλαβε να χρησιμοποιήσει.