Πώς υπολογίζεται η μηνιαία δόση ενός δανείου (το Γαλλικό Σύστημα);
Η πλειονότητα των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων στην Ελλάδα αποπληρώνεται με το λεγόμενο Γαλλικό Σύστημα, στο οποίο η μηνιαία δόση παραμένει σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια του δανείου, ενώ η σύνθεσή της μεταξύ τόκων και κεφαλαίου μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου. Η δόση υπολογίζεται με βάση το αρχικό κεφάλαιο, το μηνιαίο επιτόκιο (το ετήσιο επιτόκιο διαιρεμένο δια 12) και τον συνολικό αριθμό μηνιαίων δόσεων, μέσω ενός τύπου ανατοκισμού που εξασφαλίζει ότι το δάνειο θα εξοφληθεί πλήρως στο τέλος της διάρκειάς του.
Στην αρχή της διάρκειας του δανείου, το μεγαλύτερο μέρος κάθε δόσης αντιστοιχεί σε τόκους, αφού το ανεξόφλητο κεφάλαιο είναι ακόμη υψηλό. Καθώς προχωρά η αποπληρωμή και το κεφάλαιο μειώνεται, το ποσοστό της δόσης που καλύπτει τόκους μειώνεται σταδιακά, ενώ αυξάνεται το ποσοστό που αποπληρώνει κεφάλαιο, μέχρι την πλήρη εξόφληση του δανείου στην τελευταία δόση.
Σταθερό vs Κυμαινόμενο επιτόκιο: Τι να επιλέξετε;
Το σταθερό επιτόκιο παραμένει αμετάβλητο για μια προκαθορισμένη περίοδο ή για όλη τη διάρκεια του δανείου, προσφέροντας προβλεψιμότητα στον δανειολήπτη, καθώς η μηνιαία δόση δεν επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις των επιτοκίων της αγοράς. Το κυμαινόμενο επιτόκιο, αντίθετα, συνδέεται συνήθως με ένα βασικό επιτόκιο αναφοράς (όπως το Euribor) πλέον ενός περιθωρίου (spread), και αναπροσαρμόζεται περιοδικά, με αποτέλεσμα η δόση να μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς.
Η επιλογή ανάμεσα στις δύο κατηγορίες εξαρτάται από την ανοχή του δανειολήπτη στον κίνδυνο διακύμανσης της δόσης, τις προσδοκίες για την πορεία των επιτοκίων και τον χρονικό ορίζοντα του δανείου. Ένα μεγαλύτερης διάρκειας δάνειο, όπως ένα στεγαστικό 20 ή 30 ετών, εκθέτει τον δανειολήπτη σε μεγαλύτερη αβεβαιότητα με κυμαινόμενο επιτόκιο, ενώ ένα σταθερό επιτόκιο μπορεί αρχικά να είναι υψηλότερο αλλά προσφέρει σιγουριά στον προγραμματισμό του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Τι είναι το ΣΕΠΠΕ και πώς επηρεάζει το συνολικό κόστος του δανείου;
Το Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Ποσοστό Επιβάρυνσης (ΣΕΠΠΕ) είναι ένας τυποποιημένος δείκτης που εκφράζει το πραγματικό ετήσιο κόστος ενός δανείου, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο το ονομαστικό επιτόκιο, αλλά και όλα τα πρόσθετα κόστη, όπως τα έξοδα φακέλου, τα ασφάλιστρα και άλλες χρεώσεις που σχετίζονται με τη χορήγηση και εξυπηρέτηση του δανείου. Το ΣΕΠΠΕ επιτρέπει στον καταναλωτή να συγκρίνει αντικειμενικά προσφορές δανείων από διαφορετικές τράπεζες, ακόμη κι αν αυτές διαφέρουν στη δομή των επιμέρους χρεώσεών τους.
Ένα δάνειο με χαμηλότερο ονομαστικό επιτόκιο αλλά υψηλά πρόσθετα έξοδα μπορεί τελικά να έχει υψηλότερο ΣΕΠΠΕ, και άρα μεγαλύτερο πραγματικό κόστος, σε σχέση με ένα δάνειο με ελαφρώς υψηλότερο επιτόκιο αλλά χαμηλότερα πρόσθετα έξοδα. Για τον λόγο αυτό, η σύγκριση δανείων αποκλειστικά με βάση το ονομαστικό επιτόκιο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ΣΕΠΠΕ, μπορεί να οδηγήσει σε παραπλανητικά συμπεράσματα σχετικά με το πραγματικό κόστος δανεισμού.